Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Είμαι φτωχός




Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να 'ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ' το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες

Γέμισαν απ' τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα 'χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα 'μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ' όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ' όνομά σου

Δεν θα 'χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ' τ' όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα 'μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι' αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα 'χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να 'βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Βύρων Λεοντάρης

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Novissima Verba

Πλαγιασμένη κάτω από την ψυχρή πέτρα 
Παραχωμένη απ' τ' αγριόχορτα και τις τσουκνίδες 
Δε βλέπεις τις επίσημες γιρλάντες τ' ουρανού 
Που κατεβαίνουν να ξαναγιορτάσουν 
Τις διπλωμένες φτερούγες σου 
Τη σάρκα σου μιας ανθισμένης ροδακινιάς
Που όλοι νομίζανε πως είχε 
Μέσα στο τάφο σου αλλοιωθεί
Δε βλέπεις πια πως η ζωή μου 
Ανήκει ολόκληρη στο θανατό σου

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Σκάκι



Όταν έπαιζα σκάκι με τον εχθρό μου διάλεγα πάντα τα μαύρα και αυτός με άφηνε και πάντα τον κέρδιζα. Μόνο μια φορά διάλεξα τα άσπρα και πάλι αυτός με άφησε αλλά ήταν και η μόνη φορά που έχασα. Ήταν θυμάμαι Μάης τα βιβλιοπωλεία ήταν κλειστά δε θυμάμαι τον λόγο. Μετά το τέλος του παιχνιδιού του ζήτησα να με συνοδεύσει για πρώτη φορά στο βιβλιοπωλείο δε του το είχα ξαναζητήσει. Δέχθηκε και ξεκινήσαμε να πάμε όταν φθάσαμε είχα ένα κακό προαίσθημα τον ρώτησα αν και αυτός είχε μου απάντησε πως όχι. Γύρισα το κλειδί στη πόρτα περίεργο αυτή τη φορά άνοιξε με τη πρώτη πάντα την κλείδωνα δυο φορές. Είχαν περάσει ημέρες από τη τελευταία φορά που με κρατική εντολή είχα κλείσει -υπακούοντας- το βιβλιοπωλείο. Προχωρήσαμε με προσοχή και διστακτικά  πάτησα το διακόπτη και άναψα τα φώτα.  Αμέσως άρχισα να ψάχνω το χώρο δεν υπήρχε πουθενά το αηδόνι ούτε το κλουβί του. Τότε γύρισα στον εχθρό μου και τον ρώτησα βλέπεις εξαφανίστηκε το αηδόνι. Τότε αυτός σίγουρος μου απάντησε μα δεν υπήρχε αηδόνι ούτε και κλουβί. Τότε κοίταξα ξανά το σημείο που ήταν το κλουβί όμως δεν είδα τίποτα. Γύρισα να του πω πως υπήρχε και κλουβί και αηδόνι και δεν είδα κανέναν.

@Χ.Π. Σοφίας

Μario Ballocco

Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Ή Κλινήρης Δευτέρα

(Μασώντας τήν άγάπη άργά
κατάπινα κομμάτια άπ´ τά νεφρά 
τούς ώμους καί τίς κλείδες.
Τό σώμα άφτερο βιαζόταν.
Φορούσα τότε μόνο μιά έποχή
Τίποτα 
δέν κρατούσα)

— Σελίδα 19

Ελευθερία Σαπουντζή

[εξαντλημένη]

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Υπόσχεση



στο δάσος της μακρινής υπόσχεσης 
το ανοιξιάτικο φόρεμα του λουλουδιού 

η ομορφιά του κήπου η λευκή σκιά της ζωγραφικής
ένα κλουβί με λευκές νταντέλλες 

μια βαλσαμωμένη πεταλούδα αγάπης 
με πολύχρωμα χάρτινα φτερά 

μια κούνια απογευματινή από ξύλο 
να μην λησμονηθεί προσπαθεί πριν να νυχτώσει 

στον άνεμο δυο βήματα κοντινά 
της ζωής άνθη του ήλιου λευκά νεανικά 

σε δροσερές ερωτικές γωνιές του κήπου 
την ομορφιά πλησιάζουν με ανάσες της φωτιάς 

@Χ.Π. Σοφίας 

Βατήρας

ο ήχος του νερού 
η ταλάντωση του βατήρα 

ο θερινός χορός 
μια γυναίκα δίχως ρολόγι 

η σκιά του ύψους 
με τα φτερά του έρωτος

η μοναξιά του ύψους 
η δίψα του σώματος 

τα μυστικά των ματιών 
μια σιωπή που αποκαλύπτεται 

ο ήχος του νερού 
η ταλάντωση του βατήρα

@Χ.Π. Σοφίας
Koshiro Onchi

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Η Έρημη Γη


 […] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ' όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
 Που μου δόθηκε σ' αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα  προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ' το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

Ηλίας Λάγιος