Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

ΠΕΤΑΓΜΑ



Το πέταγμα σε μια στιγμή 
Ενός τοξότη με ανεμώνες 

Σε αόρατων ιππέων 
Οι σπόνδυλοι της ηχούς 

Οι αμμουδιές οι λησμονημένες 
Από τα βρεγμένα χείλη της ποίησης 

Τα ακατανόητα πουλιά 
Παιγμένα στα ζάρια του παρισινού καφενείου 

Μιας γυναικός το βύθισμα 
Στο λυρικό κύμα του προφήτη 

Ουράνια έκταση μελλούμενη προσφορά
Των ντόπιων εικόνων η μέθη 

@Χ.Π. Σοφίας 

Yves Klein 


Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Βεγγαλικά

Η μεταμόρφωση σε άγονα λιβάδια έσυρε το χορό των θερισμένων ρόδων 
Μιας ξένης γης το ηλιοβασίλεμα ερωτεύτηκαν τα βατράχια και ο στρατός των μυρμηγκιών 
Σε δύσκολους καιρούς η λαιμητόμος νοστάλγησε μια άνοιξη δίχως βλάστηση και αστέρια με τη γύρη των ελαφρυντικών 
Πασχίσαμε να μοιραστούμε τις σταγόνες της βροχής και έτσι το τέλος δε μας βρήκε 
Αφήσαμε τους λύκους στην εξορία για να μην μας πονάει η ερημιά και η στατιστική της κοινής γνώμης 
Κοιτώντας τους αρλεκίνους να κουνούν τα χέρια τους καλύτερα από τους χορευτές 
Αφήσαμε το ταξίδι ένα απόγευμα στου θυρωρού τα μάτια και με τη ψυχή μας διαλέξαμε χρώμα από το εγώ των βεγγαλικών


@Χ.Π. Σοφίας

Peter Max

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Προβολή

Από το κορμί σου γράφω ποιήματα
με ανήσυχο πνεύμα 
διατηρώ στο ενεχυροδανειστήριο το όνειρο 
προτού το θαμπώσει η απώλεια η θρησκόληπτη 
το ξύλινο αλογάκι της ηθοποιού και του ραδιοφώνου 
το βραδινό τιτίβισμα με παρηγορούν 
από το άδειο μπαλκόνι με τις φτερούγες της νηπιαγωγού 
ψάχνω τα ζαχαρωτά των ελαφρών ηθών 
και το ελάφι του καθρέπτη με φωνάζει κοντά του 
ας κρατηθεί λίγο ακόμα το σκοτάδι και οι πόρτες 
με τα προσχήματα να συνηθίσουν το άπειρο 
για να ξεκινήσει η κινηματογραφική προβολή

@Χ.Π. Σοφίας

Leon Ferrari

Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

ΕΙΚΑΣΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΒΑΡΑΒΒΑ


Τι απέγινε ο Βαραββάς; Ρωτάω αλλά κανείς δεν ξέρει
Μόλις του έβγαλαν τις αλυσίδες άρχισε να περπατάει προς έναν φωτεινό δρόμο
θα μπορούσε να 'στριβε δεξιά να πήγαινε ευθεία να 'στριβε αριστερά
να στριφογύριζε επί τόπου να έκραζε χαρούμενος σαν κόκορας
Αυτός ο Αυτοκράτορας της κεφαλής και των χεριών του
Αυτός ο Κυβερνήτης της αναπνοής του

Ρωτάω γιατί με κάποιο τρόπο συμμετείχα και εγώ στα γεγονότα
Παρασυρμένος απ' τα πλήθη μπρος στο παλάτι του Πιλάτου φώναζα
μαζί με τους άλλους ελευθερώστε τον Βαραββά ελευθερώστε τον Βαραββά
Όλοι φώναζαν κι εγώ μονάχα αν σιωπούσα
όλα θα γίνονταν όπως έμελλε να γίνουν

Ίσως ο Βαραββάς να επέστρεψε στη συμμορία του
Στα βουνά ξέρει να σκοτώνει γρήγορα να λεηλατεί επιδέξια
Ή ν' άνοιξε ένα εργαστήριο αγγειοπλαστικής
και τώρα να καθαρίζει τα αιματοβαμμένα του χέρια
στον πηλό της δημιουργίας
Μπορεί να 'γινε νεροκουβαλητής ή μουλαράς ή τοκογλύφος
Ή πλοιοκτήτης – μ' ένα δικό του πλοίο να πήγε ο Παύλος στην Κόρινθο
ή – τίποτα δεν αποκλείεται –
πολύτιμος κατάσκοπος στην υπηρεσία των Ρωμαίων

Κοιτάξτε και θαυμάστε τα ιλιγγιώδη παιχνίδια της μοίρας
Γεμάτα ευκαιρίες δύναμη και χαμόγελα της τύχης

Αλλά ο Ναζωραίος
απέμεινε μόνος
δίχως επιλογή
μ' ένα απόκρημνο
μονοπάτι
ματωμένο.

SBIGNIEW HERBERT


Βυζαντινό

Πρόσωπα βυζαντινά μιας πορνογραφικής ευχαρίστησης 

Σε ένα τοπίο κλειστό με τη σελήνη φυλακισμένη ασκητική
Χορευτικοί δισταγμοί αποχρώσεις βασανιστικές ερωτευμένες με κινεζικές φορεσιές
Για λίγο οι σοφιστές παγιδευμένοι στο κίτρινο με τη θλίψη του ασημιού 
Παίρνουν από τις σκιές τη μοναχική ηρεμία του αστρικού ταξιδιού 

Πρόσωπα βυζαντινά κέρινα στο πανδοχείο των χαμένων βημάτων

@Χ.Π. Σοφίας

                                          Νίκος Έγγονόπουλος 

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020

Κύκλος

Το πλήθος ήταν πεθαμένο μόνο οι σκιές είχαν την όραση του λευκού τοίχου 
Επιχρυσωμένοι της Εξόριστης Χώρας οι κυβερνήτες σαρκάζαν τους μύθους 
Η καλοκαιρινή εντολή του κύκλου μαγεμένη από τους αστερίες έσβηνε τη φωνή της 
Βρέχονταν με νερό του μέλλοντος οι μισθοφόροι φονιάδες της διπλανής ζωής
Τα ίχνη φυλάκιζαν τις ψυχές σε μικρές εκτάσεις της μουσικής των ραπτομηχανών 
Τα χείλη με τις λέξεις έπαιζαν ξεκλείδωναν τα αθόρυβα βήματα των ψεύτικων σαλονιών 
Πλανόδιες κραυγές σε τρυφερές νύχτες τσακίζονταν και έμενε μόνη της η σιωπή 
Με λιγοστές ισορροπίες οι σκέψεις σκορπίζονταν πριν τα λευκά άνθη μεταναστεύσουν

@Χ.Π. Σοφίας

                                Claude Tousignant

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

Όνειρα

όταν γελώ στο δρόμο 
τα όνειρα με συνοδεύουν 

η μητρική παλάμη 
αθόρυβα αγγίζει το μέτωπό μου 

ένα πουλί εκεί που φυτρώνει 
ένα λουλούδι με πληγώνει 

είμαστε παιδιά κοντά στη θάλασσα 
και πετάμε βότσαλα στα όνειρα 

γεννηθήκαμε ένα βράδυ 
που στον ουρανό δεν είχε αστέρια 

μόνο πυγολαμπίδες θλιμμένες 
και ανθρώπους δίχως μάτια

@Χ.Π. Σοφίας


Isidore Isou

Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

Εφηβεία

Τον πόλεμο τον κοίταζες μέσα από τον καθρέπτη 
Δίχως ανθρώπινα πουλιά 

Έμενε κρυφό το αδιέξοδο προς τη θάλασσα 
Παγιδεύοντας τη γλώσσα 

Πρόσωπα όχι ονόματα της ήττας αλληγορικά 
Προφέρονταν αποκεφαλισμένα 

Μεθοδεύτηκε η αυτοκτονία στην άκρη των χειλιών 
Πίσω από τον αφηγητή 

Ο ήρωας με τα ίδια όνειρα ακατάδεκτος στο φιλί 
Με το πένθος των ονείρων 

Στις σκιερές σιωπές των ασκητών ο έρωτας 
Έμενε αχόρταγος

@Χ.Π. Σοφίας
Γιάννης Τσαρούχης 

Τυφλός φοίνικας

Είπε πως θα έβρισκε μονάχος τη μοναξιά του νοήματος λέξη λέξη 
Τη μετάνοια που μόνο ένας τυφλός φοίνικας μπορούσε να προσέξει 
Στα μυστικά του φόβου που η μαντική παγιδευμένη άδοξα περιπλανιέται 
Η νιότη του με τις φωνές των γλάρων στη περιοχή της αντάμωσης 
Είχε στερηθεί τους έρωτες της μυθικής πηγής των χαμένων  συντρόφων
Εκεί που η πλανόδια γυναίκα με κρέμες ομορφιάς φρόντιζε τον καθρέπτη 
Στα πεδία του ονείρου μια ημέρα δίπλα στο νερό θα ένωνε τις ματιές των ανθρώπων

@Χ.Π. Σοφίας
Paulo Tercio

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020

Επιστροφή

Βλέπω την επιστροφή αν και δε διακρίνω το καλοκαίρι του ψυγείου
Τους έντρομους ταξιδιώτες που νηστεύουν τα λαχανικά και αποσύρονται στο υπόγειο με τα νάιλον 
Με βενζίνη και μερικά βήματα διαιρείται η πόλη για να παραδοθεί στο μοίρασμα 
Η αρχαιολογία των σκιών σαγηνεύει πρώτα τον χάρτη και έπειτα τα μικρά παιδιά 
Το σώμα το αστρικό φτάνει στη πύλη και ετοιμάζεται για τη θυσία των ειδώλων 
Υπάκουη η φωνή τυλίγει με την απαγγελία της την υπόκλιση την εμβρυακή 
Το μαγνητικό σήμα με το γυμνασμένο γυναικείο σώμα αποκαθηλώνει τη παιδική σφαίρα
Οι εικόνες περιγράφονται από τους τυφλούς ποιητές του Κάτω Κόσμου

@Χ.Π. Σοφίας

                                  Francis Bacon

Χειμερινό παραμύθι

το χειμερινό παραμύθι 
δεν είχε τυχερό χρώμα 

στο βασίλειό του 
έπαιζε θλιμμένα ένας φωνογράφος

το πεπρωμένο του
είχε διπλή φύση 

οι γλυκές κυρίες της μαντικής
με αλλαγμένα ονόματα το φρόντιζαν 

στη χώρα της προφητείας 
έσβηνε τη δίψα του 

ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο

@Χ.Π. Σοφίας

Magdu Zurda

Κυριακή, 3 Μαΐου 2020

Ανθοφορία

Ανθοφορία του προσώπου 
Γεννάει πουλιά 
Υποσχέσεις ταξιδιών 
Μια ομορφιά πένθιμη 

Ξεθυμαίνει το όνειρο
Σε χιλιάδες άστρα 

Μαύρες τουλίπες 
Φυτρώνουν στους καθρέπτες 

Πλαγιάζουν τα χελιδόνια 
Δίχως εσένα 

Ξαναγιορτάζουν οι ροδακινιές
Δεν κοιμούνται νωρίς 

Μόνο η σιωπή κρύβεται 
Στους ίσκιους των πεταλούδων

@Χ.Π. Σοφίας
Yayoi Kusama

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

Είμαι φτωχός




Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να 'ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ' το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες

Γέμισαν απ' τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα 'χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα 'μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ' όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ' όνομά σου

Δεν θα 'χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ' τ' όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα 'μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι' αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα 'χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να 'βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Βύρων Λεοντάρης

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

Novissima Verba

Πλαγιασμένη κάτω από την ψυχρή πέτρα 
Παραχωμένη απ' τ' αγριόχορτα και τις τσουκνίδες 
Δε βλέπεις τις επίσημες γιρλάντες τ' ουρανού 
Που κατεβαίνουν να ξαναγιορτάσουν 
Τις διπλωμένες φτερούγες σου 
Τη σάρκα σου μιας ανθισμένης ροδακινιάς
Που όλοι νομίζανε πως είχε 
Μέσα στο τάφο σου αλλοιωθεί
Δε βλέπεις πια πως η ζωή μου 
Ανήκει ολόκληρη στο θανατό σου

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Σκάκι



Όταν έπαιζα σκάκι με τον εχθρό μου διάλεγα πάντα τα μαύρα και αυτός με άφηνε και πάντα τον κέρδιζα. Μόνο μια φορά διάλεξα τα άσπρα και πάλι αυτός με άφησε αλλά ήταν και η μόνη φορά που έχασα. Ήταν θυμάμαι Μάης τα βιβλιοπωλεία ήταν κλειστά δε θυμάμαι τον λόγο. Μετά το τέλος του παιχνιδιού του ζήτησα να με συνοδεύσει για πρώτη φορά στο βιβλιοπωλείο δε του το είχα ξαναζητήσει. Δέχθηκε και ξεκινήσαμε να πάμε όταν φθάσαμε είχα ένα κακό προαίσθημα τον ρώτησα αν και αυτός είχε μου απάντησε πως όχι. Γύρισα το κλειδί στη πόρτα περίεργο αυτή τη φορά άνοιξε με τη πρώτη πάντα την κλείδωνα δυο φορές. Είχαν περάσει ημέρες από τη τελευταία φορά που με κρατική εντολή είχα κλείσει -υπακούοντας- το βιβλιοπωλείο. Προχωρήσαμε με προσοχή και διστακτικά  πάτησα το διακόπτη και άναψα τα φώτα.  Αμέσως άρχισα να ψάχνω το χώρο δεν υπήρχε πουθενά το αηδόνι ούτε το κλουβί του. Τότε γύρισα στον εχθρό μου και τον ρώτησα βλέπεις εξαφανίστηκε το αηδόνι. Τότε αυτός σίγουρος μου απάντησε μα δεν υπήρχε αηδόνι ούτε και κλουβί. Τότε κοίταξα ξανά το σημείο που ήταν το κλουβί όμως δεν είδα τίποτα. Γύρισα να του πω πως υπήρχε και κλουβί και αηδόνι και δεν είδα κανέναν.

@Χ.Π. Σοφίας

Μario Ballocco

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Ή Κλινήρης Δευτέρα

(Μασώντας τήν άγάπη άργά
κατάπινα κομμάτια άπ´ τά νεφρά 
τούς ώμους καί τίς κλείδες.
Τό σώμα άφτερο βιαζόταν.
Φορούσα τότε μόνο μιά έποχή
Τίποτα 
δέν κρατούσα)

— Σελίδα 19

Ελευθερία Σαπουντζή

[εξαντλημένη]

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

Υπόσχεση



στο δάσος της μακρινής υπόσχεσης 
το ανοιξιάτικο φόρεμα του λουλουδιού 

η ομορφιά του κήπου η λευκή σκιά της ζωγραφικής
ένα κλουβί με λευκές νταντέλλες 

μια βαλσαμωμένη πεταλούδα αγάπης 
με πολύχρωμα χάρτινα φτερά 

μια κούνια απογευματινή από ξύλο 
να μην λησμονηθεί προσπαθεί πριν να νυχτώσει 

στον άνεμο δυο βήματα κοντινά 
της ζωής άνθη του ήλιου λευκά νεανικά 

σε δροσερές ερωτικές γωνιές του κήπου 
την ομορφιά πλησιάζουν με ανάσες της φωτιάς 

@Χ.Π. Σοφίας 

Βατήρας

ο ήχος του νερού 
η ταλάντωση του βατήρα 

ο θερινός χορός 
μια γυναίκα δίχως ρολόγι 

η σκιά του ύψους 
με τα φτερά του έρωτος

η μοναξιά του ύψους 
η δίψα του σώματος 

τα μυστικά των ματιών 
μια σιωπή που αποκαλύπτεται 

ο ήχος του νερού 
η ταλάντωση του βατήρα

@Χ.Π. Σοφίας
Koshiro Onchi

Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

Η Έρημη Γη


 […] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ' όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
 Που μου δόθηκε σ' αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα  προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ' το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

Ηλίας Λάγιος 
 

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Των ποιητών

Των ποιητών οι κραυγές τους ανέμους της οικουμένης σβήνουν 
Με πορφύρα το λυκόφως ξορκίζει το παραλυτικό παζάρι των λύκων 

Λουλούδια σιδερένια και φωνές ονείρων άγνωστες 
Επιστρέφουν οι δαίμονες από τα μαύρα σκοτάδια 
Είμαστε μόνοι με τα χρώματα και τον δυνάστη 

Τις μέρες τις γήινες η τέφρα μας μεθάει 
Ένα ελάφι στους κήπους με πρόθυμο βλέμμα 
Τη βαρύτητα του χρόνου κλέβει από την αγάπη 

Και ο τραγοπόδης τις ψυχές της λησμονιάς κομίζει 
Η αντήχηση υιοθετεί τα περάσματα τα αθόρυβα 
Και ο γκρεμός μένει δίχως φεγγάρι 

Δύσκολη η μνήμη και η φωνή της 
Σε φέρνει ως το θάνατο με τάματα 
Και η θεότητα μέσα στην αστρόσκονη κυλιέται  

Δεν έμεινε νεκρός ούτε για δείγμα 
Να μαρτυρήσει τη μελωδία την αρχαία 
Να δώσει λίγο θειάφι από του Προμηθέα το καλό 

Των ποιητών οι ψαλμοί μαζεύουν της άνοιξης τα χελιδόνια 
Σε τροχούς αστρικούς η χίμαιρα θηλάζει τις λάμψεις της όρασης

@Χ.Π. Σοφίας

Edward Hopper 

ΦΑΟΥΣΤ ΚΑΙ ΙΝΔΙΚΗ ΚΑΝΝΑΒΙΣ



Πελτασταί, παγίδες, ασβέστης 
Άσπρη σιβηρική γούνα με σαντιγί 
                   Ζεστός λήθαργος 
       Δεν καταλαβαίνω τίποτα 
       Δεν υστερώ σε τίποτα 
        Αντιθέτως υπερτερώ
Σπάνια, άνθρωπος έχει γράψει στα αρχίδια του
Μαζεμένες τις αξίες του ευρωπαϊκού πνεύματος 
κατανόηση, μνημεία, σκοπιμότης, ανωτερότης
Κατωτερότης, Μιχαήλ Άγγελος,Μπαρντό
                   Συνομιλία, κηδεμονία 
                             Σπάνια 
                      Χωρίς να δώσει αντάλλαγμα 
Ένα τετραγωνικό στρέμμα απο την ψυχή του 

                      Σάββατο βράδυ 
Ήμουν άγγελος, αρκούδα, ταπεινός,δυνατός 
                           Αδιάφορος 
          Πανταχού παρών στο χάος 
Συγκεντρωμένος σε μια τρύπα σκόρου
                   Ή σ' έναν ήχο 

Τάσος Δενέγρης

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

Τα τζιτζίκια

οι κουρσάροι του καλοκαιριού 
στα δένδρα τη μοίρα τους ξοδεύουν 

ένα φεγγάρι ο έρωτας
δεσμώτης της ακρογιαλιάς 

σώμα το σώμα το ορθόδοξο αεράκι 
με πόση χαρά τα χαϊδεύει 

με τα μικρά φτερά τους 
στα δένδρα επάνω χορεύουν

@Χ.Π. Σοφίας

Joan Miro

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Τροφός

σιγή τροφός χειλιών 
ηδονή τρομαγμένη  στο σεληνόφως 

του έρωτα πυρκαγιά 
των αγγέλων μεθυσμένα φτερά 

οι μνήμες ελεύθερες 
στο μονοπάτι της αγάπης 

των χειλιών η ταπείνωση 
ο βρόχινος καρπός 

οι ουράνιες λέξεις 
η σιωπή που ξεφλουδίζει τα χείλη 

δανεισμένη η ζωή 
απ' των άστρων το χορό ρημαγμένη

@Χ.Π. Σοφίας

Man Ray

Νοσταλγία

τις παλιές φορεσιές των ονείρων 
στα άδεια δωμάτια της άνοιξης νοστάλγησα 
το ακατοίκητο σπίτι των αποδημητικών ανθρώπων 

τις φτερούγες από τούλι 
τις αχτίδες τις υπηρέτριες της αβοήθητης σιωπής 
που ύφαιναν τα τσακισμένα δευτερόλεπτα της απουσίας 

τα άνθη τα αποξηραμένα τα φυλαγμένα 
από την αιωνιότητα της ανοιξιάτικης βροχής

@Χ.Π. Σοφίας

                                             Leonor Fini

Τρίτη, 21 Απριλίου 2020

ΑΜΟΡΓΟΣ

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου 
       πουκάμισο να στεγνώνει 
Παρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο 
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου 
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη 
     τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ 
       του πιγκουίνου 
Δεν ωφελεί το παράπονο 
Ίδια παντού θα' ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη 
       χώρα των φαντασμάτων 
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων 
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας 
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα 
       χαρούμενο χέρι 
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο 
Λίγο σιτάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο 
     νερό τα τη σκόνη.

Μαρίνα

Ποια πέλαγα ποιοι γιαλοί ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά
Και ποιο νερό γλείφοντας την πλώρη
Και το άρωμα του πεύκου κι η τσίχλα τραγουδώντας μέσα στην καταχνιά
Ποιες ζουγραφιές γυρίζουν 
Ω κόρη μου.
Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που λάμπουν με τη δόξα του τροχίλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθονται στο στάβλο της ικανοποίησης σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση του ζώου, σημαίνοντας
Θάνατο
Εγίναν ανυπόστατοι, τους υπόταξε ένα φύσημα,
Μια πνοή του πεύκου, κι η δασοκελάηδιστη καταχνιά
Εκείνη η χάρη τους έχει πάρει
Τι πρόσωπο είναι αυτό, πιο σκοτεινό και πιο φωτεινό
Ο σφυγμός στο χέρι, πιο αδύνατος και πιο δυνατός –
Δοσμένο ή δανεισμένο; πιο μακριά από τ' άστρα και πιο κοντά απ' το μάτι
Ψιθυρισμοί και ψιλά γέλια ανάμεσα σε φύλλα και πόδια βιαστικά
Στα βάθη του ύπνου, όπου σμίγουν όλα τα νερά.
Μποπρέσο ραγισμένο στην παγωνιά, ραγισμένη στην κάψα μπογιά.
Το έκανα αυτό, το ξέχασα
Και το θυμούμαι.
Η αρματωσιά δίχως αντοχή και το καραβόπανο σάπιο
Ανάμεσα σ' έναν Ιούνιο κι έναν άλλο Σεπτέμβρη.
Το έκανα αυτό μισοσυνείδητος, ανήξερος, άγνωστος, δικό μου.
Τα μαδέρια κάνουν νερά, οι αρμοί θέλουν καλαφάτισμα.
Τούτο το σχήμα, τούτο το πρόσωπο, τούτη η ζωή
Ζώντας για να ζει σ' έναν κόσμο καιρού πέρα από μένα· ας
Αφήσω τη ζωή μου γι' αυτή τη ζωή, το λόγο μου γι' αυτόν τον ανείπωτο,
Τον ξυπνημένο, χωρισμένα χείλια, την ελπίδα, τα νέα καράβια.
Ποια πέλαγα ποιοι γιαλοί ποια νησιά γρανίτες προς τ' άρμενά μου
Κι η πρόσκληση της τσίχλας μέσα απ' την καταχνιά
Κόρη μου.

Τ.S. Eliot

Αττική

Η μέρα στην Αθήνα γυναίκα με όνειρα φτεροστεφανωμένη 
Στο στήθος της ένας χρυσός ανοιξιάτικος ήλιος 
Δεν αισθάνομαι μόνος τα χέρια μου ακουμπάω στα αγάλματα 
Οι φλέβες μου νοσταλγούν την αρμύρα της θάλασσας 
Στη μήτρα του διάφανου η Αττική με καλεί να γεννηθώ 
Γέμισε πεταλούδες η καρδιά μου μια αγάπη μου ψιθύρισε 
Ρετσίνι των πεύκων του λόφου μάζεψα για το ηλιοβασίλεμα 
Με μεσημβρινές σκιές μίλησα για τον έρωτα τον αρχαίο

@Χ.Π. Σοφίας
Gunther Gerzso

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2020

Τροία

Σε ακρογιάλι με άγνωστη θάλασσα 
Με έναν ήλιο και λίγες σκιές 
Με λουλουδένιες οράσεις
Της Ανοίξεως η όμορφη ακινησία του νερού 

Μέσα σε σιωπές ανθισμένες 
Με αναπνοές χελιδονιών στο δείλι 
Με μενεξεδένια ταπεινά στεφάνια 
Πληγωμένα από τον μύθο και τη μνήμη 

Έξω της μητρός μου η μοναξιά 
Στο δέρμα του χρυσαφιού κορίτσια θλιμμένα 
Η Τροία  να περιμένει τη θυσία 
Πριν ωριμάσουν τα άστρα και η θάλασσα 

Έξω το αθάνατο μωβ χωρίς σώμα 
Να μετράει το άγνωστο σώμα της κόρης 
Να βγαίνει ο ήλιος μαζί με το φεγγάρι 
Μη ξεχαστεί το πένθος των ίσκιων

@Χ.Π. Σοφίας

Charles Blackman 

Σε περιμένω παντού



Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου,
είναι να `χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα,
είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,
σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα
είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ' αγαπώ.

Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ,
εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.

Σ' όποιο μέρος της γης,
σ' όποια ώρα, εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι
για ένα καινούργιο κόσμο…
εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!

* * *

Τάσος Λειβαδίτης


GREEN



Ίδού άνθη καί φυλλώματα καί όπώρες καί κλαδιά
κ' ύστερα, ίδού ή καρδιά μου, πού γιά σάς χτυπάει.
Μήν τήν ξεσκίσετε στά δυό σας χέρια τά λευκά 
καί, στά τόσο ώραία μάτια σας, γλυκά άς φεγγοβολάει

τό σεμνό Τώρα. Έγώ έρχομαι κάθυγρος άπ' τή δρόσο,
πού οί αύρες, στήν κόμη μου, οί αύγινές θά κρουσταλιάσουν 
τήν κούρασή μου άφήστε με μπροστά σας νά ξαπλώσω:
στή ρέμβη της οί ώραίες στιγμές θά τήν άναγαλλιάσουν.

Άφήστε τό κεφάλι μου στό νέο σας πάνω στήθος,
πού έντός του άκόμα τά στερνά φιλιά σας άντηχούν,
ν' άναπαυτεί άπ' τήν άγαθή τή θύελλα, μές στό βύθος 
τού ύπνου, άφού καί τά μάτια σας άγάλια-άγάλια κλειούν.

Paul Verlaine 

Κυριακή, 19 Απριλίου 2020

ΑΠΟΡΙΕΣ



Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ' αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν' αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ' είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ' όλα τούτα τ' άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ' το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν' εκεί για να τ' ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που 'ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

Αργύρης Χιόνης

Το Πάσχα των Ποιητών



Στους ακάλυπτους των πολυκατοικιών η μοναξιά των ποιητών το Πάσχα 
Στο ξεφάντωμα της ημέρας ο τροπαιούχος ήλιος ξεγελάει τις σκιές τους 
Όρθιοι μακριά από το κοπάδι ατενίζουν τη δόξα μονάχοι τους 
Ανήμερα που τα άγρια μάτια των επισκεπτών στη ραχοκοκαλιά της άνοιξης προσεύχονται 
Μόνο η Μούσα τους τους θυμάται Κι αυτή τι να κάνει χρόνια τώρα πεθαμένη 
Τα πληγωμένα παράθυρα της άνοιξης φροντίζουν τις νύχτες που οι άνθρωποι κοιμούνται 
Για να βρουν οι άνθρωποι το πρωί που ξυπνάνε τα όνειρα στη θέση τους

@Χ.Π. Σοφίας
Barnett Newman

Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Πίσω από τον αφηγητή 
Το αξόδευτο  ενός προδομένου φιλιού
Σχεδόν αριστερά υπάρχουμε άφωνοι 
Κατορθώνουμε χασομερώντας να απολαμβάνουμε 
Τι δίψα και τη θνητότητα των κομπρεσέρ 
Άφρονες που θα προσφέρουν τον θάνατο είμαστε 
Ηθοποιοί και μετά άξεστοι μιας εκδρομής 
Με μια πληρότητα απριλιάτικης πασχαλιάς 
Συνηθίσαμε στο τίποτα στη τροπική μελωδία 
Στα παλαιά τα νεκρώσιμα παράθυρα του μετρό

@Χ.Π. Σοφίας

C. Blendea

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Εξόριστος

Ο εξόριστος των χρωμάτων σε καπνοπωλείο συνάντησε τον Ερμή
Δίχως να το θέλει αναγκάστηκε να του μιλήσει για λίγο για τα δύσκολα χρόνια στο παλιό λατομείο των αστεριών 
Για τη Λάουρα του συντακτικού τα πεταλόκαρφα τις αμφεταμίνες των αλόγων του ιπποδρόμου 
Τον τηλεπαρουσιαστή του φωτοσυνθετικού μηχανήματος που την είχε ερωτευτεί 
Ήταν διάσημος τώρα έπρεπε να προσέχει με ποιους θα μιλάει τα απογεύματα του δρόμου 
Έπρεπε να κρύβει ότι είχε μάθει παράνομα Λατινικά ότι είχε αγοράσει το όνειρο του παγοποιείου
Αμήχανος αλλά ειλικρινής θέλησε να του πουλήσει και το περσικό χαλί αλλά δε τα κατάφερε 
Μια ημέρα οι σοφισταί ελέχθησαν από τους χωροφύλακες για τα εξάστιχα και τα τρομαγμένα χέρια τους 
Για κάτι που έμοιαζε με έρωτα ένας ποδηλάτης λίγο έλειψε να χάσει την ισορροπία του 
Ευχαριστημένος από το ταξίδι του εγκατέλειψε το φορτηγό δίπλα στο μπαρ Μέδουσα 
Με την αμοιβή αγόρασε λίγο ασήμι και τις κραυγές της απώλειας της εκδρομής των ηθοποιών 
Δεν θέλησε να συναντήσει κανέναν πριν φθάσει στο ραντεβού με τον πνευματικό κληρονόμο 
Έδειξε τις πληγές των ποιημάτων στον υιοθετημένο καθρέπτη της άνοιξης 
Με ανθούς που έσωσε από τη διαμονή του στη Μεδίνα αφιερώθηκε  στη μεταμέλεια και το μαρτυρολόγιο το έδωσε στους αγγέλους που τον πλησίασαν

@Χ.Π. Σοφίας

Theo Van Doesburg 

Γλώσσα

Θλιμμένη έρχεται η γλώσσα με αρχέγονους μύθους στη φαρέτρα της 
Άγρυπνη ενήλικη με παιδικό βλέμμα και την αθωότητα ανοιξιάτικης βροχής 
Φορτωμένη με βήματα λυρικών ποιητών με παραστάσεις φθόγγων πολύτιμων 
Και στη πολιτεία με τις ακαδημαϊκές καρέκλες διατηρεί την ομορφιά της 
Εκεί στα αγάλματα για λίγο στέκεται να ξαναθυμηθεί τα χιλιάδες χρόνια που την έθρεψαν 
Σε ένα χρύσισμα της Μούσας το έρεβος σιωπά τα χρόνια και οι άνθρωποι με θαυμασμό τη χαιρετούν 
Σε ένα άδειο λευκό χαρτί σε ένα τοπίο ψυχής η γλώσσα καμία φορά αιμορραγεί 
Θλιμμένη έρχεται η γλώσσα με ένα χρυσό χτενάκι στα μαύρα μαλλιά της που λαμπυρίζει  

@Χ.Π. Σοφίας
Dorothea Tanning

Νεκρόδειπνος



Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι' έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και

παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Kι' ήρθανε
ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,
ο Πόρπορας, ο Kονταξής, ο Mάρκος, ο Γεράσιμος,
μια σκούρα πάχνη τ' άλογα κι' η μέρα όπως ελόξευε
σε μουδιασμένο αιθέρα, ήρθανε ο Mπίλιας, ο Γουρνάς,
γύφτοι γραμμένοι στο μισόφωτο, κι' ο Φάκαλος, βαστούσανε
το μαντολίνο, την κιθάρα, τον αυλό,
στον ήχο αλάφραινε η ψυχή, το σπίτι μέσα εμύριζε
παντού βροχή και ξύλο, κι' άναψαν,
μονάχα που άναψαν φωτιά ζεστή να πυρωθούν, χαρούμενα τους φώναξα.

Ήρθε ο Σαρρής, ο Tσάκωνας,
ήρθε ο Φαρμάκης, ο Tορέγας, ο

Tο μούτρο του ξινό, σημαδεμένο απ' τη βλογιά, στην Άκοβα στο κάστρο εσκάλιζε το χώμα με τα νύχια του, ματώσανε, μου μίλησε για την ακολασία και το μαρτύριο, τόσο σκοτεινός που τρόμαξα, γλιστρώντας πήρα τον κατήφορο.

Πήραμε τον κατήφορο, στάχτη παντού, καμένο χώμα, σίδερο, πάνω στις πόρτες ένα μαύρο X και τόξερες εδώ πέρασε ο θάνατος, μέρες και νύχτες με τα πολυβόλα που θερίζαμε

κι' άκουγες ωχ και τίποτ' άλλο. Kι' ήρθανε

πολλοί. Mπροστά τους ο Tζαννής, ο Παπαρίζος, ο Eλεμίνογλου, πιο πίσω ο Λαζαρίδης, ο Φλασκής, ο Kωνσταντόπουλος – σε τι εκκλησιές τους διάβασαν, τους θάψανε, κανείς δεν ξέρει σε τι χώματα.

Tότε τον βοήθησα να βγει, πεσμένος στο χαντάκι ανάσκελα, τον κράτησα και μούμεινε στα χέρια κι' η γυναίκα του τον άλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλά στον κήπο, απομεσήμερο, της μίλησα που πέθανε, γιομάτο σκοτεινό κορμί, πάνω στο στήθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρό τα δάση λάμπανε κι' οι ρίζες λάμπανε, η φωνή δεν έσβησε χρόνια και χρόνια και.

Φεγγάρι-φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ο χειμώνας, δίχως ήλιο, δύσκολος, τον άκουσα

το χτύπο και τον άλλο χτύπο, εχάραζε, και σπάσανε τις πόρτες και μας σύρανε, δίχως ανάσα, εδώ θα περιμένετε, και χάραζε ένα τόσο φως.

Ήρθανε γέροι και παιδιά.

Mες στα φτενά τους ρούχα πώς αντέξανε,
πώς μεγαλώσανε σε τόση φρίκη τα παιδιά.
Oι γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι απ' το σώμα τους.
Kαι τα παιδιά,
βαστόντας το τσεκούρι, το μαχαίρι, το μπαλντά, στα μάτια τους
η καταφρόνια κι' η φοβέρα, μήτε μίλησαν.

Xαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας, ποιον σκότωσες εσύ, ποιον σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε;

Tόσο αίμα και τα χέρια του Λουκά, κι' άλλα κομένα σύρριζα, τα βρίσκαμε στη ρεματιά μετά από μήνες φεύγοντας,

σήμερα εδώ, τη νύχτα αλλού,

φονιάδες, καταδότες, κλέφτες και μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραίοι και μαγαζάτορες

κι' άλλοι πολλοί καβάλα στον καιρό κι' ανάμεσα

κορίτσια του χαμού, ξεπόρτισαν, ο πυρετός η πείνα, εστάθηκαν στον τοίχο, εφύσαγε κακός αέρας. Kι' ήρθανε

η Λίτσα κι' η Φανή γλυκομηλιές, ήρθανε η Nτόνα κι' η Nανά, ψιλές σαν άχερο, η Eλένη ακόμα χλόη το χνούδι της,

δάφνες, αγράμπελες, μυρτιές
μικροί χαμένοι ποταμοί.

Kι' ένα πρωί,

το δέντρο το πρωί που ξύπνησα είταν όλο πράσινο, τόσο πολύ τ' αγάπησα που ανέβηκε στον ουρανό.

Kι' εκεί ήρθανε πουλιά, της ευφροσύνης, του ήλιου, γιόμισαν τον τόπο με φτερά και χρώματα, περλεκαμοί κι' άλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι και νυφούλες και,

δώρα του Θεού, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια το γλαυκό. Kι' ανάμεσά τους ήρθαν

ο Γιάννης ο Mακρής, ο Πέτρος ο Kαλλίνικος, ο Γιάννης ο κουτσαίνοντας.

Kαθίσαμε στο ανάχωμα, έβγαλε το σουγιά του ο Pούσκας, έκοβε το χόρτο, μόλις φύτρωνε.

Kι' ο κάμπος καταχνιά. Kι' ερχόταν άνοιξη, την άκουγες. Mια πόρτα και το ξύλο της εμύριζε ουρανός.

Ήρθαν οι μέρες του σαράντα τέσσερα
κι' οι μέρες του σαράντα οχτώ.
Kι' από την Πελοπόνησο ως την Λάρισα
βαθύτερα ως την Kαστοριά,
πάνω στο χάρτη μαύρο μόλεμα,
η Eλλάδα σύντομη ανασαίνοντας –
Πάσχα στην έρημη Kοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι έμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
το σκοτεινό ποτάμι.

Bαστόντας το ντουφέκι του σπασμένο ήρθε ο Προσόρας,
ο Mπακρυσιώρης, ο Aλαφούζος, ο Zερβός,
στη σύναξη ζυγώσανε. Kοιτάχτε, εφώναξα, κοιτάξαμε.
Tο φως πλημμύρα, ο καρποφόρος ήλιος
μνήμη των αφανών. Tα χρόνια πέρασαν, ασπρίσαμε, τους έλεγα.
Ήρθε ο Tζεπέτης, ο Zαφόγλου, ο Mαρκουτσάς,
στρωθήκανε στο μπάγκο και
στην άκρη ο Kωνσταντίνος έτσι νοσηλεύοντας το πόδι του.

Σιγά-σιγά οι φωνές γαλήνεψαν.

Σιγά-σιγά, όπως ήρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε το λαγκάδι, αέρας, χάθηκαν.

Στερνή φορά τους κοίταξα, τους φώναξα.

Στο χώμα εχώνευε η φωτιά κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε –

Πώς μ' ένα αστέρι η νύχτα γίνεται πλωτή.

Πώς μες στην έρημη εκκλησιά, μ' άνθη πολλά
στολίζεται ο ανώνυμος, μυρώνεται ο νεκρός.

Τάκης Σινόπουλος

Προσωποφυλάκειο

έδειχνε πένθος η σκιά 
ο ήλιος καιγόταν 

η ζωή με συνοδούς 
ένα  πήγαινε-έλα

δίπλα στο καθρέπτη
το όμοιο παραλογισμένο

φευγαλέα ερωτεύεται 
η τέχνη της σιωπής 

το ξένο πρόσωπο 
αντέχει την υπερβολή 

υποδύεται με ευγένεια 
βιώνει τη στιγμή 

το κενό το τρομαγμένο 
το ύψος ερωτεύεται 

ένα πένθιμο χρόνο 
που μεταγγίζει φως

@Χ.Π. Σοφίας
Dora Maar

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

Ανοιξιάτικες σκιές ιδανικών ποιητών



Άρχισαν σιγά-σιγά να μαζεύονται  οι σκιές των  ιδανικών ποιητών 
Να δουν τις κόρες που με ανοιξιάτικα άνθη 
Απόψε θα στολίσουν τον Επιτάφιο του Ιησού 
Να χαρούν κι αυτοί τον θάνατο που τους στέρησε η ζωή

Έξω οι νεραντζιές δεν περιμένουν το φεγγάρι 
Ευωδιάζουν μεθυσμένες από το πρωί 

Άρχισαν σιγά-σιγά να μαζεύονται οι ανοιξιάτικες σκιές των ιδανικών ποιητών 
Στο φως των κεριών οι αγιογραφίες θυμίζουν ανεκπλήρωτους έρωτες παιδιών 
Ψαλμοί πουλιών που απόψε δε πέταξαν φτάνουν ως τον έναστρο ουρανό 
Ψιθυρίζουν ως και οι καθρέπτες των σπιτιών 

Άρχισαν σιγά-σιγά να μεθούν οι σκιές των ιδανικών ποιητών 
Φταίει το κρασί του Διονύσου που έκλεψαν από τους αρχαίους θεούς 

@Χ.Π. Σοφίας

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2020

Εσκαφή



δες την εκσκαφή 
το χώμα μας χάρισε τη συντροφιά του 
μας άφησε να δούμε κάτι από τα ατελείωτα μυστικά του

ένα βουβό χέρι μάτωσε 
η σάρκα η αιώνια μας έδωσε τη χαρά της

δες την ωριμότητα των ονείρων 
τις αγέρωχες εικόνες της αρχαίας σιωπής 
τις χαμένες ανθρώπινες μορφές των θεών 

οι μεταμορφώσεις οι λατρευτικές 
οι αστεφάνωτες ομορφιές οι φτερωτές οι ανυπότακτες 

δες τις θυσίες στη τύχη της ύπαρξης 
το τραγούδι του δαίμονα τις λάμψεις του σύμπαντος 
που δε σώπασαν που άνθισαν στο πιο βαθύ σκοτάδι

@Χ.Π. Σοφίας

Άφαιρεμένη


Στ᾿ ἀνοιχτὸ τὸ παραθύρι,
ὅπως ἔλαχ᾿ ἔχει γύρει
λυπημένη κοπελιά.
Δὲν τὴν μέλλει πὼς ἡ αὔρα
παίζει καὶ σκορπᾷ τὰ μαῦρα
τὰ λυμένα της μαλλιά.
Στὸν ἀγκών᾿ ἀκουμβισμένη,
στὴν παλάμη ἔχει γερμένη
τὴν ὡραία κεφαλή.
Καὶ βεβαίως δὲν τὸ ξέρει,
πὼς τ᾿ ὁλόγυμνό της χέρι
μύριους πόθους προκαλεῖ.
Ἡ χλωμὴ μορφή της μοιάζει
τὸ λευκάνθεμο, ποὺ σπάζει
τοῦ βορηᾶ ἡ ψυχρὴ πνοή.
Κόρη μόλις στὰ δεκάξη,
ποιὰ φουρτοῦνα ἔχει ταράξει
τὴν ἀθῴα σου ζωή;
Ἡ ματιά σου σὲ ποιὰ χώρα
ταξειδεύει τόση ὥρα
κι᾿ ἀφαιρέθῃς σκυθρωπή;
Καὶ γιατί τ᾿ ἁγνά σου χείλη,
ποὺ ἡ χαρὰ μὲ δαῦτα ὠμίλει,
τὰ κλειδώνει ἡ σιωπή;
Ἀπὸ τῶν ματιῶν τὴν ἄκρη
ἁρμυρὴ δροσιὰ τὸ δάκρυ
σιγαλὸ κατρακυλᾷ.
Πότισμα ἀπὸ τέτοια αὐλάκια
κάθε κόρης μαγουλάκια
τὰ χλωμιάζει τὰ χαλᾷ.
Κι᾿ ὅταν ἡ καρδιὰ στὰ στήθη
ἀγαπᾷ, μὰ ἐλησμονήθη
ἀπ᾿ ἐκεῖνον, ποὺ ἀγαπᾷ,
μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ ξέρῃ
πόσο πάσχει κι᾿ ὑποφέρει,
καὶ γιὰ τοῦτο σιωπᾷ.
Γεώργιος Βιζυηνός