Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Ιδιώνυμο

Θα 'ρθει καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
–μη βλέπεις εμένα– μην κλαις. Εσύ είσ' η ελπίδα
άκου θά 'ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θα 'μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία –δε θέλω να λέω ψέματα–
δύσκολοι καιροί.
Και θά 'ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά–
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ' όλα αυτά Μαρία
Κατερίνα Γώγου 

Φτερουγίσματα

εξομολόγηση με κομμένα κεφάλια 
του έρωτα η θλίψη στου σκοταδιού το λιβάδι 
η αγκαλιά του μνηστήρα στων άστρων τη κρύα νύχτα 
τα λεπτά χέρια της νύμφης μεθυσμένα από των πουλιών το πέταγμα 
οι ψυχές μέσα στον άδειο τάφο της παιδιάτικης άνοιξης 
το ξαναντάμωμα στο τέλος των βημάτων που είχαν χαθεί
να ευωδιάζουν οι ίσκιοι και η μουσική των δένδρων να ξανάρχεται 
να αντηχεί το παλιό κρυστάλλινο φεγγάρι στις πέτρες της σιωπής
εδώ στις όχθες του καθρέπτη το γέρμα των μύθων του δάσους ησυχάζει 
και η αγάπη γλιστράει στη ξύλινη καλύβα της ευτυχισμένη

@Χ.Π. Σοφίας 

                                           Valentine Hugo

Οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι


Απεκρίθησαν Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «… γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας, ου προσκυνούμεν». Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμου… και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδάχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην… Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου… Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα∙ και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου… ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον Θεόν εν τη καμίνω…
ΔΑΝΙΗΛ
Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ, ο Κερουάκ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse, ο Arthur Rimbaud, ο Raymond Roussel, ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι, ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες, όπως
Ο William Blake
Ο Shelley
Ο Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ
Ο David Thoreau
Ο Henry Miller
Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman
Ο Έγελος
Ο Κίρκεγκαρντ
Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων
Ο Sigmund Freud
Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης
Ο Μαρξ
Ο Λένιν
Ο Κροπότκιν
Ο Μπακούνιν
Ο Böhme
Ο Νίτσε
Ο Victor Hugo
Ο Μωάμεθ
Ο Ιησούς Χριστός
Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω -έκαστος στην ιδική του γλώσσα- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των, άπαντες, εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν, με λόγια που μεθερμηνευόμενα -όχι από τους ορθολογιστάς- το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές -τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα- φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.
Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ' στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.
Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ' Άρκ! ω Αθανάση Διάκο!), με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ' την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez suz les routes) και απ' τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των δοχείων που τα δυσώδη απορρίμματα περιέχουν (lâchez tout, partez suz les routes), απ' τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής των αυνανιζομένων, απ' των τρελών τις άναρθρες φωνές και απ' των βαρέων καημών τις στοναχές, ως λάβα ζεστή, ή ως σάλπιγξ μιας αενάου παρουσίας, μα προ παντός ως σπέρμα, ως σπέρμα ορμητικόν εν ευφροσύνη αναβλύζον, αναπηδούν και ανέρχονται στον ουρανόν (Αλληλούια! Αλληλούια!) με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, άκαυτοι και άφθαρτοι εις τον αιώνα, μπεάτοι και προφητικοί (Αλληλούια! Αλληλούια!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και τώρα και πάντα (Αλληλούια! Αλληλούια!) με συνοδείαν των αγγέλων, και τώρα και πάντα, τον ερχομό και την ανάγκη (Αλληλούια! Αλληλούια!) τον ερχομό και την ανάγκη νέων Παραδείσων ψάλλουν!

Ανδρέας Εμπειρίκος


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΚΑΤΣΜΠΥ

Τις καλοκαιρινές νύχτες ακουγόταν μουσική από το σπίτι του γείτονά μου. Στους γαλάζιους κήπους του άντρες και κορίτσια πηγαινοέρχονταν σαν νυχτοπεταλούδες, ανάμεσα στους ψιθύρους και τη σαμπάνια και τ' άστρα. Τα απογέματα, στη φουσκονεριά, έβλεπα τους καλεσμένους του να κάνουν βουτιές από τον πύργο της σχεδίας του ή να λιάζονται στη ζεστή άμμο της ακρογιαλιάς του, ενώ οι δύο του βενζινάκατοι έσχιζαν τα νερά του Σάουντ, τραβώντας θαλάσσιους σκιέρ σε καταρράκτες αφρού. Τα Σαββατοκύριακα η Ρολς-Ρόυς του γινόταν λεωφορείο, κουβαλώντας μπρος πίσω παρέες από την πόλη, από τις εννιά το πρωί μέχρι πολύ μετά τα μεσάνυχτα, ενώ το στέησον-βάγκον έτρεχε σαν κίτρινο σκαθάρι για να προλάβει τα τρένα. Και τις Δευτέρες οκτώ υπηρέτες και ένας έκτακτος κηπουρός μοχθούσαν όλη μέρα με σφουγγαρίστρες και βούρτσες και σφυριά και ψαλίδες για να επανορθώσουν τις ζημιές της προηγούμενης νύχτας.
Κάθε Παρασκευή πέντε καφάσια με πορτοκάλια και λεμόνια έφταναν από έναν φρουτέμπορο στη Νέα Υόρκη –κάθε Δευτέρα τα ίδια πορτοκάλια και λεμόνια έβγαιναν κομμένα στα δύο και στυμμένα από την πίσω πόρτα σχηματίζοντας πυραμίδες. Είχαν μια μηχανή στην κουζίνα που μπορούσε να βγάλει τον χυμό διακοσίων πορτοκαλιών σε μισή ώρα, αν ο αντίχειρας ενός μπάτλερ πίεζε ένα κουμπάκι διακόσιες φορές.
Τουλάχιστον μια φορά το δεκαπενθήμερο μια στρατιά προμηθευτών ερχόταν με εκατοντάδες μέτρα κανναβάτσο και χρωματιστά λαμπιόνια για να μετατρέψουν τον τεράστιο κήπο του Γκάτσμπυ σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Στα τραπέζια, γαρνιρισμένα με αστραφτερά ορεκτικά, καρυκευμένα χοιρομέρια συνωστίζονταν με πολύχρωμες σαλάτες, γεμιστά χοιρινά και μπακιρένιες γαλοπούλες. Στον κεντρικό προθάλαμο έχει στηθεί ένα μπαρ με πραγματική μπρούτζινη μπάρα, φορτωμένο με οινοπνευματώδη, τζιν και τόνικ και άλλα ποτά που είχαν προ πολλού ξεχαστεί και οι νεαρότερες από τις καλεσμένες του δεν ήξεραν να διακρίνουν το ένα από το άλλο.
Στις εφτά η ορχήστρα είχε φτάσει, όχι κανένα αναιμικό κουιντέτο, αλλά ολόκληρη μπάντα με όμποε και τρομπόνια και σαξόφωνα και βιόλες και κορνέτες και φλάουτα και μικρά και μεγάλα ντραμς. Οι τελευταίοι κολυμβητές μαζεύτηκαν τώρα από την αμμουδιά και ντύνονται στον πάνω όροφο· τα αυτοκίνητα από τη Νέα Υόρκη έχουν παρκάρει σε πέντε σειρές και ήδη οι αίθουσες και τα σαλόνια και οι βεράντες πλέουν σε κραυγαλέα χρώματα και αλλόκοτες κομμώσεις και εσάρπες που ξεπερνούν τα όνειρα της Σεβίλλης. Το μπαρ είναι στο φόρτε του και σμήνη από κοκτέηλ εισβάλλουν κατά κύματα στον κήπου ωσότου η ατμόσφαιρα δονείται από γέλια και φλυαρίες και υπονοούμενα και συστάσεις που γίνονται και ξεχνιούνται επί τόπου και ενθουσιώδεις συναντήσεις γυναικών που ποτέ δε γνώριζαν η μια το όνομα της άλλης.
Τα φώτα δυναμώνουν καθώς ο πλανήτης μποτζάρει φεύγοντας μακριά απ' τον ήλιο και τώρα η ορχήστρα παίζει κίτρινη κοκτέηλ μουσική και η όπερα των φωνών ανεβαίνει ένα κλειδί ψηλότερα. Λεπτό το λεπτό το γέλιο γίνεται ευκολότερο, σκορπίζεται σπάταλα, προκαλείται απ' το τίποτα. Οι παρέες αλλάζουν γρήγορα, διογκώνονται με νέες αφίξεις, διαλύονται και ανασχηματίζονται στο άψε-σβήσε· κοριτσόπουλα περιφέρονται με αυτοπεποίθηση, κοντοστέκονται στα πηγαδάκια κι ύστερα απομακρύνονται, γίνονται για μια σπουδαία στιγμή το κέντρο μιας παρέας, κι έπειτα θριαμβευτικά, γλιστρούν ξανά στη μαγεμένη θάλασσα των προσώπων, των φωνών και των χρωμάτων, στην πανδαισία των φώτων.
Ξαφνικά, μια απ' αυτές τις αθιγγανίδες, ιριδίζουσα σαν οπάλιο, αρπάζει στον άερα ένα κοκτέηλ, το κατεβάζει μονορούφι για να πάρει θάρρος και, κουνώντας τα χέρια της όπως ο Τζο Φρίσκο, χορεύει μόνη της στην πίστα με το κανναβάτσο. Προς στιγμήν πέφτει σιωπή· ο μαέστρος πρόθυμα αλλάζει τον ρυθμό της ορχήστρας κι αμέσως γίνεται ένα σούσουρο καθώς κυκλοφορεί η ανυπόστατη φήμη ότι είναι η αντικαταστάτρια της Γκίλντα Γκρέυ στο Follies. Το πάρτυ έχει αρχίσει.
F. Scott Fitzgerald

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Ουλαλούμ...


Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θά 'ρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.
Θά 'ρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .
Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:
. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.
Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .
Γιάννης Σκαρίμπας 

Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (Στον Ανδρέα)


Ι.
Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.
ΙΙ.
Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι. 
Μάτση Χατζηλαζάρου 

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΔΕΛΕΑΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


(αποσπάσματα «Διαλόγων»)
1
Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα -—
με κουρελιασμένα μάτια
με φλογωμένους κροτάφους απ' την πτώση
να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου.
Πεσμένος αισθάνεσαι
την κόλαση που είναι η αιτιότητα
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα
τα βήματα χωρίς προοπτική.
Κι όμως στη χειμωνιάτικη γωνία ο καστανάς
περιβάλλεται από σένα.
Κόψε ένα τραγούδι απ' τ' άνθη
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα.
2
Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρα μας θα μας σώσουν.
Αγάπη μείνε στην καρδιά —
αυτός ας είναι ο κανών του τραγουδιού σου.
Με την αγάπη
Θα σηκώσουμε την απελπισία μας
Απ' το αμπάρι του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…
3
Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της
ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου
σ' αυτά τα έρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τα πουλιά.
4
Η αγωνία μου υψώνεται,
ως τα εδελβάις άνθη.
5
Τα όνειρα βλαστοί στο στήθος
κλήματα μέσ' στην καρδιά
διαγώνια εκδικούνται το χώμα
σκοτώνοντας εμάς.

Νίκος Καρούζος

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Εύρεση ενικού

δοξασμένα τα δευτερόλεπτα του ενικού 
μιαν άλλη ημέρα που οι φθόγγοι αναγνώρισαν στο αλφαβητάρι της άνοιξης το θρόισμα των αφρικανικών λουλουδιών 
το νέκταρ του κύκλου που στα σώματα των αμπελιών ημιλιπόθυμο προσφέρεται 
προσφέρεται και προσφέρει τη μοναξιά που μοιράζεται αλφαβητικά ο αγροφύλακας  
μια γυναίκα που αλλάζει στη στιγμή την ηλιόχαρη χειρονομία του απογεύματος 
με αποσπάσματα από το λαβύρινθο του έρωτά της που ρήμαξε το σκιάχτρο του αμπελουργού 
στην ερημιά του νερού που ξεχάστηκε στην αγάπη τη νηστίσιμη των ξερόκλαδων

@Χ.Π. Σοφίας

                                          Αλέκος Φασιανός 

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ


Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
Με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
Κι ολλούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
Κι σ' όλους με τους έρωτες αυτής αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμάστε τίποτα απ
Αυτόν τον κόσμο
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους

Γιώργος Μακρής

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824


Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί: κι' όμως απαρνημένη και θλιμμένη ματώνει στη στιγμή.
 Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα τ' άνθη και της αγάπης οι καρποί είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα και κούφιοι οι παλμοί.
 Οι σπίθες που μου φεύγουν απ' τα σπλάχνα καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα σα νεκρικά πυρά.
 Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι ένα βαρύ ζυγό. 
Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…» στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα θανάτου και τιμής. 
Βόλια και λάβαρα!
 Αχός, Ελλάδα φως μου, πώς με καλείς. 
Πολεμιστές και πάλι στης ασπίδας την απλάδα πεθαίνουν νικητές.
 Ω ξύπνα! 
Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα με ένα νεύμα μου. 
Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος τα βδελυρά και τερατόμορφα Όχι!
 Κύττα την ομορφιά σαν λάθος σε πρόσωπα όμορφα. 
Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις! 
Χρέος και θάνατος σωστός εδώ με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις στο χώμα αυτό. 
Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι μέτρα καλά, να 'ναι φαρδύς-πλατύς ο τάφος σου, κι' ύστερα από την ζάλη πέσε ν' αναπαυτείς. 

Lord Byron 


Ερωτογραφία



Τη σιωπή σου στο αδειανό ξύλινο τραπέζι νοστάλγησα
Μιαν ημέρα που ο ανθισμένος ίσκιος σου με επισκέφθηκε 
Η απουσία σου ήρθε με τα χελιδόνια και η όραση μου αστειεύτηκε με τον ανοιξιάτικο καθρέπτη 
Η πυρκαγιά της ψυχής μου έκαψε όλες τις λέξεις της μοναξιάς μου 
Εσύ στάθηκες τυλιγμένη με τις φωτοσκιάσεις και τα κατάμαυρα μαλλιά σου να ανεμίζουν 
Μέθαγα και ξεμέθαγα με ένα τόσο δα ύφασμα που άγγιζα και έτρεμα έτρεμα 
Στο στήθος μου δεμένη η ανάσα σου προσπαθούσε το ύψος του χρόνου να συνηθίσει

@Χ.Π. Σοφίας
Χάρης Λαμπερτ 

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ


Την κάμαρην αυτή,πόσο καλά την ξέρω.
Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ' η πλαγινή
για εμπορικά γραφεία.Όλο το σπίτι έγινε
γραφεία μεσιτών,κ' εμπόρων,κ' Εταιρείες.

Α η κάμαρη αυτή,τι γνώριμη που είναι.

Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
κ' εμπρός του ένα τουρκικό χαλί
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά όχι,αντίκρυ,ένα ντολάπι με καθρέφτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε
κ' η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.

Θα βρίσκονται ακόμη τα καημένα πουθενά.

Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
ο ήλιος του απογεύματος τωφθανε ως τα μισά.

...Απόγευμα η ώρα, τέσσερες είχαμε χωρισθεί για μια βδομάδα μόνο...Αλλοίμονον, εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.

1919

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

ΔΕΛΦΙΝΙΑ



Τα φώτα της Kαστέλλας τρέμουν μέσα στα δάκρυά σου, Πρίγκηπα
Οι λόφοι πεθαίνουν πριν από μας, και τα έλη δε θα στεγνώσουν με σένα
Όλα είναι μοντέρνα και όψιμα προς τη Γλυφάδα, όλα κατάφωτα
Στην ψίχα της νύχτας, σχεδόν ανέλπιδα μπορείς να πεις

 όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα
Η σκληράδα στο μοντέρνο γυαλί γίνεται όαση από ατμό και νεύρα
Aπό ανταύγειες μιας διάρκειας που υπάρχει μόνο για σε
Ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σ' ένα παγωμένο γιαπί

Θλιμμένος γυρίζω καθώς σουρουπώνει στο Mολύβο
Και στις ακρογιαλιές όπου έσυρες τα μαλλιά σου στις θερμασμένες   
     πισίνες και στα παλιά αρχοντικά
Και στα τερατουργήματα κάποιας απλοϊκής καρδιάς καθώς βλασταίνει στο 
πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί

Γιατί η ανεύθυνη λέξη σου ούτε καν γράφτηκε, μα θα γραφτεί
Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα.
H ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλλο λύπης

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Το μοιρολόγι της φώκιας



[...] 'Η γραία έκυψεν είς τήν άκρην χθαμαλού, θαλλασσοφαγωμένου βράχου, καί ήρχισε νά πλύνη τά ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο όμαλώτερος, πλαγιαστός, ό κρημνός τού γηλόφου, έφ' ού ήτο το Κοιμητήριον, καί είς τά κλίτη τού όποίου έκυλίοντο άενάως πρός τήν θάλασσαν τήν πανδέγμονα τεμάχια σαπρών ξύλων άπό ξεχώματα, ήτοι άνακομιδάς άνθρωπίνων σκελετών, λείψανα άπό χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα ύποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι άπό κόμας ξανθάς, καί άλλα τού θανάτου λάφυρα. Ύπεράνω τής κεφαλής της, όλίγον πρός τά δεξιά, έντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως τού Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, έπιστρέφων μέ τό μικρόν κοπάδι του άπό τούς άγρούς, καί, χωρίς ν' άναλογισθή τό πένθιμον τού τόπου, είχε βγάλει τό σουραύλι άπό τό μαρσίπιόν του, καί ήρχισε νά μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. [...]

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στά πανιά, κι έκαμνε βόλτες έντός τού λιμένος. Άλλά δέν έπαιρναν τά πανιά της, καί δέν έκαμπτε ποτέ τόν κάβον τόν δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα έκεί πλησίον, είς τά βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως τό σιγανόν μοιρολόγι τής γραίας, έθελέχθη άπό τόν θορυβώδη αύλόν τού μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, είς τά ρηχά, κι έτέρπετο είς τόν ήχον, κι έλικνίζετο είς  τά κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο ή μεγαλυτέρα έγγονή τής γραίας, ή Άκριβούλα, έννέα έτών, ίσως τήν είχε στείλει ή μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή άπό τήν άγρυπνον έπιτήρησίν της, καί μαθούσα ότι ή μάμμη εύρίσκετο είς τό Κοχύλι, πλύνουσα είς τόν αίγιαλόν, ήλθε νά τήν εύρη, διά νά παίξη όλίγον είς τά κύματα. Άμα ήκουσε τήν φλογέραν, έπήγε πρός τά έκεί καί άνεκάλυψε τόν κρυμμένον αύλητήν καί άφού έχόρτασε ν' άκούη τό όργανόν του καί νά καμαρώνη τόν μικρόν βοσκόν, είδεν είς τήν άμφιλύκην τού νυκτώματος, έν μικρόν μονοπάτι, πολύ άπότομον, πολύ κατηφορικόν [...]

Ή μικρά κατέβη όλίγα βήματα κάτω, ό ούρανός έσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τά άστρα, καί ήτον στήν χάσιν τού φεγγαριού. Έπροσπάθησε καί δέν εύρισκε πλέον τόν δρόμον, πόθεν είχε κατέλθει. Έγύρισε πάλιν πρός τά κάτω, κι έδοκίμασε νά καταβή. Έγλίστρησε κι έπεσε, μπλούμ! είς τό κύμα. [...] Κι ή γολέτα έξηκολούθει άκόμη νά βολταντζάρη είς τόν λιμένα. Κι ό μικρός βοσκός έξηκολούθει νά φυσά τόν αύλόν του είς τήν σιγήν τής νυκτός. Κι ή φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω είς τά ρηχά, πύρε τό μικρόν πνιγμένον σώμα τής πτωχής Άκριβούλας, καί ήρχισε νά τό περιτριγυρίζηκαί νά τό μοιρολογά, πρίν άρχίση τόν έσπερινόν δείπνον της. Τό μοιρολόγι τής φώκης, τό όποίον μετέφρασεν είς άνθρώπινα λόγια είς γέρων ψαράς, έντριβής είς τήν άφωνον γλώσσαν τών φωκών, έλεγε περίπου τά έξής: Αύτή ήταν ή Άκριβούλα ή έγγόνα τής γριά-Λούκαινας. Φύκια 'ναι τά στεφάνια της, κοχύλια τά προικιά της κι ή γριά άκόμη μοιρολογά τά γεννοβόλια της τά παλιά. Σάν νά 'χαν ποτέ τελειωμό τά πάθια κι οί καημοί τού κόσμου.

έφημερίδα ''Πατρίς'',1908

Άλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Μαρτιάτικες σαΐτες



αισθάνομαι το μέγεθος εγκαταλείπω το σημείο
σμήνη κορδέλες χαρταετών και απαρέμφατα βίαια
τ’ ουρανού το κίτρινο χρώμα το φιλάσθενο σε απόγνωση

σήμερα τα εφηβικά χέρια των χωροφυλάκων
πρότειναν εκκλησιασμό στις μάγισσες των προαστίων
καθώς η απουσία της νεωκόρου τους φόβισε

μισοτελειωμένα τα κεντήματα προβλημάτισαν τις γραμμές
δυσκολεύτηκαν τα χρώματα στη μίξη τους με την ανοιξιάτικη μπόρα
ξεχάστηκε η τηλεόραση από τη πολυτέλεια της αιώρησης

δεν υπήρξε προορισμός μόνο λουλούδια και ασθενοφόρα
η χειροποίητη πραγματικότητα ήταν πανουργία
το όραμα με δυσπεψία είχε ερωτήματα αρχαϊκά να λύσει

@Χ.Π. Σοφίας

‘Ερωτικό



Καημός άλήθεια νά περνώ 
τού έρωτα πάλι τό στενό,
ώσπου νά πέσει ή σκοτεινιά
μιά μέρα τού θανάτου...

Στενό βαθύ καί θλιβερό 
πού θά θυμάμαι γιά καιρό,
-Τί μού στοιχίζει στήν καρδιά
τό ξαναπέρασμά του;

Άς είναι, ώστόσο, - τί ώφελεί;
Γυρεύω πάντα τό φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί
καί μέ λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα τό φιλί - άχ καρδιά μου!
πού μού τό τάξανε πολλοί,
κι όμως δέν μπόρεσε κανείς
ποτέ νά μού τό δώσει...

Ίσως μιά μέρα, όταν χαθώ,
γυρνώντας πάλι στό βυθό 
καί μέ τή νύχτα μυστικά 
γίνουμε πάλι ταίρι,

αύτό τό άνεύρετο φιλί,
πού τό λαχτάρισα πολύ,
-σά μιά παλιά της όφειλή
-νά μού τό ξαναφέρει...

•Ναπολέων Λαπαθιώτης

Mονόκυκλος

Οι σκιές αγόρασαν το πλήθος 
Με συναρμολογημένα ποδήλατα οι άγγελοι 
Αθόρυβα και με καλοσύνη αποχαιρέτησαν τα γιασεμιά 

Κτητικές αντωνυμίες μεταμφιέστηκαν τραγουδώντας εμβατήρια 
Ανοιξιάτικοι καθρέπτες με ιδανικά πλήρωσαν τα δικαστικά έξοδα 
Με λίγες λέξεις το πεπρωμένο υποδέχθηκε την νεροποντή 

Οι βραδινοί δεσμοφύλακες με μεταλλικό νερό πότισαν τα πλαστικά λουλούδια 
Ο ύπνος σιγογέλασε στον κόκορα που ξενυχτούσε το φεγγάρι 
Το αηδόνι του σαλονιού έκρυψε το στήθος του από τον αυτόχειρα 

Ξαναγνωρίστηκαν ο παράδεισος με τη κόλαση 
Και στο πιεστήριο της ουτοπίας οι αγγελίες των χορευτών 
Έφεραν τα ερειπωμένα ρήματα των κλουβιών 

Πριν η βελόνα του πικαπ αγκαλιάσει τις δεμένες ακτίνες 
Και στερέψει η άβυσσος και το γαλάζιο ξαφνιαστεί 
Περπάτησαν ήσυχα  οι άνεμοι χωριστά από τις τρύπες του κόσκινου 

Οι σκιές πούλησαν το πλήθος 
Και αιμόφυρτοι οι αναβάτες με τα φτερά του κλαδευτήρα
Κατάφεραν να σωθούν από τη νευρική σάλπιγγα της Βαβυλώνας

@Χ.Π. Σοφίας


Olafur Eliasson

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ



Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω,
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε,δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους,
τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία.
Καρφώσατε σ' εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής. Θα πέσει η πόλις.

Μανόλης Αναγνωστάκης


ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ


Το πλήθος έχει την στάση των ευκαλύπτων
Και την ακινησία των αγαλμάτων
Άνθρωποι με στολή και προβολείς οκτώ αυτοκινήτων
Ανιχνεύουν το βάθος της λεωφόρου
Εκεί που διαγράφουν τροχιές πελώριοι ίσκιοι
Και τα κυπαρίσσια εγγίζουν το δέρμα του φεγγαριού
Προκαλώντας ρίγος στους εξώστες του στερεώματος
Κανείς δεν κατάλαβε πως έγινε το κακό
Διέφυγαν όλοι
Και το κρεουργημένο θύμα διέφυγε, άγνωστον πως,
Αφήνοντας μόνον τρία ή τέσσερα δάκτυλα
Και το καμένο κτίριο έφυγε προς άγνωστον κατεύθυνσιν
Έμεινε μόνο η μπανιέρα
Κι εκείνα τα χρυσόχαρτα
Που μάζευεν η κυρία του τετάρτου για τους τυφλούς
Ή καλύτερα για το σκύλο που οδηγεί τους τυφλούς
Κανείς δεν ξέρει πως έγινε το κακό
Πολλοί διερωτώνται αν έγινε το κακό
Κι εξακολουθούν να έχουν τη στάση των αγαλμάτων.

Τάσος Δενέγρης 

Νυχτοστάσιο

Στα σπλάχνα της νύχτας που λαχανιάζει 
Ο τυφλός ηλεκτρολόγος καθαρίζει φρούτα 
Την ώρα που η έρημη πολιτεία κυοφορεί 

Μετρώντας την προφορικότητα της αϋπνίας 
Η γραπτή ατέλεια της γεωμετρίας 
Ανάμεσα στο βλέμμα των σκιών 
Με τη ματαιότητα του χορού της 
Ξοδεύει των άστρων τη φωτεινότητα 

Η καμπύλη δίχως την ορατότητα του χειρόγραφου
Μέσα στην πλάνη της νέας Σελήνης
Εκκλησιάζεται έχοντας στην αγκαλιά της 
Τη βελούδινη μουσική της βροχής 

Με τόσους καθρέπτες και τόσα λίγα κεντήματα 
Οι ραπτομηχανές δοκιμάζουν την πραγματικότητα 
Των λουομένων κύκλων με τα γυμνασμένα σώματα 

Οι λέξεις αποστηθίζουν των δένδρων τα παραμιλητά 
Και από το ύψος της ωμότητας των εντόμων 
Δαπανούν τα ξάφνιασμα του ακόρεστου κενού 

@Χ.Π. Σοφίας
                                        Georgia O ‘Keeffe

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

Σ’ αγαπώ

Σ' αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ' άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!
Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου
Τα δυο χέρια μου, να…
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι
Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι
Ω μελίσσι μου, πιες
Απ' αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!
Σ' αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;

Μυρτιώτισσα 

Υπνοόνειρο

το αρχαιότερο βλέμμα έχει το ύψος των παιδιών
και τις λέξεις των ποιητών θεραπεύει από τη πένθιμη άνοιξη
χαρίζοντας την εξ αίματος συγγένεια των λουλουδιών που δεν είδαν ποτέ τους τη θάλασσα

στης μέρας τη μαρτυρία που λαχάνιασε το Υπνοόνειρο  χρειάστηκε τη γύρη της ψυχής

@Χ.Π. Σοφίας


Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Ιδιόυλη


παραστασιακή κληρονομημένη προανθρώπινη
συλλαβίζει την αφετηρία στης πόλης τον αυτοσχέδιο ελέφαντα
αποστηθίζει  στον ουρανίσκο τη παγωμένη γλώσσα που της κληρώθηκε
με τη φθορά της ανατομίας του κουκλοθέατρου αναζητά το συμπαντικό σχεδίασμα της σιγής
καμαρώνει για την έλευση των σκελετών και τα παγωτά στα ψυγεία των περιπτέρων
λαίμαργη ως φωτοβολίδα με τους αντίχειρες στενεύει την αυθεντικότητα των χρωμάτων
στα φαρμακεία με μικροσκόπια και αγιασμό ξορκίζει τον θηρευτή τής αιωνιότητας
μονομανής ποτίζει τους ημεροδείχτες με λεμόνι και με το νυστέρι του κομμωτηρίου διορθώνει την ταχύτητα
αυνανίζεται με την απουσία της μεταμφίεσης του αίγαγρου των πέντε ηπείρων
σώζοντας τα υπολειπόμενα εύρωστα αδηφάγα ύψη των θηλυκών ουρανοξυστών

@Χ.Π. Σοφίας

Afrodite Niniou

Ερωφίλη

Έρωτα, άπού συχνιά 'ς τσί πλιά μεγάλους
κι όμορφους λογισμούς κατοικημένος
βρίσκεσαι, τσί μικρούς μισώντας τσ' άλλους,
κι έτσ' είσαι δυνατός καί μπορεμένος,
καί τόσην χάριν έχουν τ' άρματά σου
πού βγαίνεις πάντα μ' όλους κερδαιμένος

•ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΡΤΑΤΣΗΣ, Έρωφίλη, 1637


Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2020

ΜΟΥΣΑ

Προστάτεψέ με Μούσα Θλιμμένοι άνθρωποι φύτεψαν το ηλιοβασίλεμα στο κήπο με τα αποδημητικά πουλιά Στο πέρασμα που άφησε η επιστροφή τους τα φύλλα στράγγιξαν τη βροχή Με τα χρυσοΰφαντα πέπλα σκέπασαν τις σκιές να μην τις βρούν οι παγίδες τής άνοιξης Και ξερίζωσαν το λαχάνιασμα τής άγάπης για να χορτάσουν το ταξίδι Και από τον καθρέπτη ζήτησαν αμοιβή για την απαγωγή τής παγωμένης κόρης Κι όταν ανήμποροι απόκαμαν με χέρια γεμάτα άμμο μετανιωμένοι για τα μοναχολούλουδα που πλήγωσαν Κράτησαν τα μυστικά των χρωμάτων από το σκόρπισμα τής μοναξιάς που νοστάλγησαν Προστάτεψέ με Μούσα @Χ.Π. Σοφίας


Γιάννης Μόραλης

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2020

ΑΓΑΠΗ


Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
                  Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πως μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πως εγελάσαν τα πικρά μου χείλη !

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κ.Γ. Καρυωτάκης,
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Γ.Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Wassili Kandinsky • 1903

λώρος


βρήκε στα δύο τη ζωή
λεηλατημένη από την άνοιξη

τη κοίτη του ουρανού
πλημμυρισμένη ερημόχρωμη

να αγγίζει το λίγο το πολύ
να αγγίζει το πολύ το λίγο

@Χ.Π. Σοφίας


(φωτογραφία: Vasilis Tzitzis)

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

Άνοιξη

Φέτος την άνοιξη οι άνθρωποι χωρίς κηδεία περίμεναν τα χελιδόνια
ο ρομαντισμός των λουλουδιών με ένα ουράνιο κίτρινο τις πεταλούδες θεράπευε
φυτοφάγοι καθρέπτες αδυνάτιζαν έπειτα από χρόνια πολλά την άνοιξη
η βραδύτητα του πληθυντικού με το άλλοθι του ανέμου έμενε μόνη στη μελαγχολία του πολλαπλασιασμού των σκιών
στο ξωκλήσι της φώκιας οι παραθεριστές των εικόνων με συλλαβές έψαχναν τη μητρότητα των ήχων
από ευγνωμοσύνη τα αγριόχορτα δίπλα στα λευκά μάρμαρα ξεδιψούσαν την ματαιότητα
τυλίγονταν μια στην άβυσσο μια στη θρησκευτικότητα της γεωμετρίας οι κλωστές της Αριάδνης
απέναντι στη θυγατέρα του ταξιδιώτη ο διαβάτης με τα διψασμένα χείλη τη γεύση αναζητούσε ανάμεσα στον αόρατο κόσμο τα πεσμένα φύλλα των δένδρων ευλογούσαν το χώμα
η πλάνη αλληλοτρογώταν με το μεγαλείο και το ξερίζωμα της ομορφιάς από την υγιεινή των ονείρων
σώμα και ψυχή μέσα στα σπλάχνα τής αιώρησης άκουγαν των λουόμενων γλάρων την προσευχή
ο ήλιος έρημος με δεμένα τα χέρια του στη κυκλαδίτικη ξερολιθιά περίμενε τους αρχαίους θεούς να τον ελευθερώσουν
βαμμένη με λουλάκι και ιώδιο η φραγκοσυκιά παίνευε τις πληγές των αναρίθμητων κύκλων
η γονιμότητα δίπλα στην υδατογραφία της άνοιξης ευωδίαζε ρίγανη και πορτοκάλι
η απλότητα με αγιοσύνη ανοιγόκλεινε τα φτερά της και με τα φωνήεντα από τα αγριόχορτα συνομιλούσε με το Θεό και ετοιμαζόταν να πετάξει

@Χ.Π. Σοφίας




Alphonse Maria Mucha

χρώμα


τα λουλούδια όρισαν μια θλιμμένη άνοιξη
ένα δείλι μια προσευχή κοριτσιού
μια πληγή στου φιλιού τη λέξη

@Χ.Π. Σοφίας












M.C. Escher - 1920

Arthur Rimbaud

θα φύγω μες του θέρους τα γαλάζια βράδια
θα με τσιμπούν τα στάχυα, χόρτα θα πατώ
ονειροπόλος μες στα δροσερά λιβάδια,
θα λούζει ο αέρας το κεφάλι μου γυμνό.

Δεν θα μιλώ και δεν θα σκέφτομαι, μα ως πάνω
άπειρη η αγάπη θ' ανεβαίνει στην ψυχή μου
στη Φύση θα τραβώ μακριά, σαν τον τσιγγάνο,
μακάριος, μια γυναίκα σαν να είχα μαζί μου.


  • ARTHUR RIMBAUD

Ιωαν. Βηλαράς

Ο ήλιος βασιλεύει, το σκότος αρχηνάει,
και το λαμπρό της θώρι η μέρα απασκολνάει.
Τα μαύρα φορεμένη, στην όψη μελανή,
σιωπηλή διαβαίνει η νύχτα σιγανή,
και το χλωρό φεγγάρι με φως σκοταδερό
στο αργυρό του αμάξι κινιέται οκνηρό.


  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΗΛΑΡΑΣ (1771-1823)


μερίδιο ανταύγειας

η έξοδος βλασταίνει από τους ίσκιους
στις βεράντες οι γυναίκες κληρονομούν τα απογεύματα 
δαπανηρή η γεωμετρία λευκότατη με το ανοιξιάτικο νυφικό της
με περιδέραια και ακριβή όραση ακέραστη αρχαϊκή
το άπειρο διασχίζει με την ομορφιά των αποκεφαλισμών

@Χ.Π. Σοφίας

Deborah Assopardi